αἰσχυνομένη

αἰσχυν-ομένη, ,
A sensitive plant, Mimosa asperata, Apollod. ap. Plin.HN24.167.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσχυνομένη — αἰσχῡνομένη , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) αἰσχυνομένη sensitive plant fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνομένῃ — αἰσχῡνομένῃ , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem dat sg (attic epic ionic) αἰσχυνομένη sensitive plant fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισχυνομένη — (aeschynomene). Επιστημονική ονομασία γένους καλλωπιστικών και βιομηχανικών φυτών της οικογένειας των ψυχανθών. Είναι ποώδη ή θαμνώδη φυτά, ιθαγενή των θερμών χωρών. Έχουν φύλλα πτεροειδή με λειόχειλα φυλλάρια. Τα άνθη σχηματίζουν ταξιανθίες και… …   Dictionary of Greek

  • αἰσχυνομένας — αἰσχῡνομένᾱς , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem acc pl αἰσχῡνομένᾱς , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem gen sg (doric aeolic) αἰσχυνομένᾱς , αἰσχυνομένη sensitive plant fem acc pl αἰσχυνομένᾱς , αἰσχυνομένη sensitive plant fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισχύνω — (Α αἰσχύνω) 1. ντροπιάζω, αμαυρώνω, ρεζιλεύω 2. μέσ. ντρέπομαι, ντροπιάζομαι, αισθάνομαι αισχύνη αρχ. 1. κάνω άσχημο, ασχημίζω, παραμορφώνω («αἱματόεν ρέθος αἰσχύνει» Σοφ. Αντιγόνη, 529) 2. ατιμάζω (γυναίκα), μοιχεύω 3. περιφρονώ, απαξιώ 4. μέσ.… …   Dictionary of Greek

  • αἰσχυνομέναις — αἰσχῡνομέναις , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem dat pl αἰσχυνομένη sensitive plant fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνομένην — αἰσχῡνομένην , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) αἰσχυνομένη sensitive plant fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνομένης — αἰσχῡνομένης , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) αἰσχυνομένη sensitive plant fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσχυνόμεναι — αἰσχῡνόμεναι , αἰσχύνω make ugly pres part mp fem nom/voc pl αἰσχυνομένη sensitive plant fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.